deprimi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ρήμα deprimi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας deprimas deprimanta deprimata
αόριστος deprimis depriminta deprimita
μέλλοντας deprimos deprimonta deprimota
υποθετική deprimus - -
προστακτική deprimu - -

deprimi (eo)