des

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: dès

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Άρθρο[επεξεργασία]

des (fr)

  1. (αόριστο άρθρο) πληθυντικός του un
  2. (οριστικό άρθρο) πληθυντικός του du

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

des < γερμανική desto

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /des/

Επίρρημα[επεξεργασία]

des (eo)

  • Ju pli mi lernas, des pli mi scias.
  • Des pli bone.