Μετάβαση στο περιεχόμενο

desendeudamiento

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
desendeudamiento desendeudamientos

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /d̪e.sen̪.d̪eu̯.ð̞aˈmjen̪.t̪o/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

desendeudamiento (es)