detachment
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| detachment | detachments |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- detachment < γαλλική détachement
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /dɪˈtæt͡ʃmənt/
- ⓘ (ΗΠΑ)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]detachment (en)