Μετάβαση στο περιεχόμενο

detachment

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: détachement

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
detachment detachments

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
detachment < γαλλική détachement

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dɪˈtæt͡ʃmənt/
  (ΗΠΑ)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

detachment (en)

  1. αποκόλληση
  2. απάθεια
  3. (στρατιωτικός όρος) άγημα