Μετάβαση στο περιεχόμενο

detract from

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας detract from
γ΄ ενικό ενεστώτα detracts from
αόριστος detracted from
παθητική μετοχή detracted from
ενεργητική μετοχή detracting from

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
detract from <  δείτε τις λέξεις detract και from

detract from (en)

  • μειώνω, κάνω κάτι να φαίνεται λιγότερο καλό ή σημαντικό
    παράδειγμα  That doesn’t detract from its value at all.
    Αυτό δεν μειώνει καθόλου την αξία του.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη slander