deu

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

deu, dieu, αρσενικό

  1. ο Θεός (των χριστιανών)
  2. θεός

Σύντμηση[επεξεργασία]

deu

  1. de + le