devis

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
devis devis

devis (fr) αρσενικό

  1. προϋπολογισμός, προσφορά (προτού ζητήσουμε να κάνουμε κάποια έργα)



Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

devis (eo)

  • αόριστος του ρήματος devi