diabolical

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

diabolical (en)

  1. δαιμονικός
  2. ειδεχθής
  3. φρικαλέος