diabolo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
diabolo diabolos

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

diabolo (fr) αρσενικό