diaeresis
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]diaeresis (en)
- (διακριτικό σημάδι) τα διαλυτικά
- σε ποίημα, η φυσιολογική παύση που δημιουργείται όταν μια λέξη κι ένα μέτρο τελειώνουν στο ίδιο σημείο
diaeresis (en)