diafragma
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| diafragma | diafragmas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- diafragma < λατινική diaphragma < αρχαία ελληνική διάφραγμα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /d̪jaˈfɾaɣ̞.ma/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]diafragma (es) αρσενικό
- (ανατομία) διάφραγμα
- ※ Para tener dominio de la voz me sirvió mucho estudiar canto. Tener nociones de vocalización, manejo del diafragma y la respiración.
- El Tiempo [Εφημερίδα El Tiempo], «Vivencias detrás del micrófono» [«Βιώματα πίσω από το μικρόφωνο»]. 09-01-2001.
- Για να αποκτήσω έλεγχο της φωνής μου, με βοήθησε πολύ το να σπουδάσω τραγούδι. Να έχω γνώσεις φωνητικής εξάσκησης, ελέγχου του διαφράγματος και της αναπνοής.
- El Tiempo [Εφημερίδα El Tiempo], «Vivencias detrás del micrófono» [«Βιώματα πίσω από το μικρόφωνο»]. 09-01-2001.
- ※ Para tener dominio de la voz me sirvió mucho estudiar canto. Tener nociones de vocalización, manejo del diafragma y la respiración.
- (βοτανική) διάφραγμα
Πηγές
[επεξεργασία]- diafragma - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.