diagonale

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
diagonale diagonales

diagonale (fr) θηλυκό

  1. (μαθηματικά) η διαγώνιος

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]