die off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας die off
γ΄ ενικό ενεστώτα dies off
αόριστος died off
παθητική μετοχή died off
ενεργητική μετοχή dying off

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: die και off

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

die off (en)

  1. για κάτι νεκρό ή πλέον μη ενεργό
  2. για κάτι που σιγοσβήνει, χάνεται, εξαφανίζεται σταδιακά
  3. (επιφώνημα, προστακτική) ψόφα!