differentiate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

differentiate (en)

  1. διαφοροποιώ
  2. (μαθηματικά) υπολογίζω την παράγωγο μιας συνάρτησης