differentiate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | differentiate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | differentiates |
| αόριστος | differentiated |
| παθητική μετοχή | differentiated |
| ενεργητική μετοχή | differentiating |
Ρήμα
[επεξεργασία]differentiate (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) διαφοροποιώ, διακρίνω, ξεχωρίζω, αντιλαμβάνομαι τη διαφορά που χωρίζει κάποιον ή κάτι από κάποιον ή από κάτι άλλο
We must differentiate the situation of unemployment from that of voluntarily abstaining from work.
- Πρέπει να διαφοροποιήσουμε την κατάσταση της ανεργίας από εκείνη της εθελούσιας αποχής από την εργασία.
I differentiate between right from wrong.
- Διακρίνω το καλό από το κακό.
The twins are so alike that I can’t differentiate between them.
- Τα δίδυμα είναι τόσο όμοια που δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη tell apart
- (μεταβατικό) διαφορίζω, διακρίνω, ξεχωρίζω, είμαι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες έννοιες ή πράγματα
Reason differentiates man from other animals.
- Το λογικό διαφορίζει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα.
A twelve-hour work day is differentiated by day or night shifts and is most commonly found in operating rooms and on-call situations.
- Η δωδεκαωρία διακρίνεται σε ημερήσια ή νυκτερινή και απαντάται συνηθέστερα σε θαλάμους επιχειρήσεων και καταστάσεις επιφυλακής.
What differentiates him from his colleagues is his sense of humor.
- Εκείνο που τον ξεχωρίζει από του συναδέλφους του είναι η αίσθηση του χιούμορ.
- ≈ συνώνυμα: distinguish
- (μαθηματικά) υπολογίζω την παράγωγο μιας συνάρτησης
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη different
Πηγές
[επεξεργασία]- differentiate - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 480, 613. ISBN 9780194325684., λήμμα: κρίνω, ξεχωρίζω