Μετάβαση στο περιεχόμενο

difuziĝi

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από difuzigxi)

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]
ρήμα difuziĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας difuziĝas difuziĝanta difuziĝata
αόριστος difuziĝis difuziĝinta difuziĝita
μέλλοντας difuziĝos difuziĝonta difuziĝota
υποθετική difuziĝus - -
προστακτική difuziĝu - -

difuziĝi (eo)