Μετάβαση στο περιεχόμενο

dig

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας dig
γ΄ ενικό ενεστώτα digs
αόριστος dug
παθητική μετοχή dug
ενεργητική μετοχή digging
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

dig (en)