digest
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | digest |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | digests |
| αόριστος | digested |
| παθητική μετοχή | digested |
| ενεργητική μετοχή | digesting |
Ρήμα
[επεξεργασία]digest (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) χωνεύω, με τη λειτουργία της πέψης διαλύω τις τροφές στο στομάχι μου
I haven’t digested lunch yet.
- Δεν έχω χωνέψει ακόμα το μεσημεριανό.
You should allow a little time after a meal for the food to digest before swimming.
- Πρέπει να αφήνεις λίγο χρόνο μετά το φαγητό για να χωνευτεί η τροφή πριν κολυμπήσεις.
- (μεταβατικό, χημεία) αφομοιώνω, προσλαμβάνω και μετασχηματίζω σε δικά μου συστατικά τις θρεπτικές ουσίες που παίρνω κατά τη θρέψη
The body digests nutrients.
- Ο οργανισμός αφομοιώνει τα θρεπτικά συστατικά.
Some foods are easily digested.
- Μερικές τροφές αφομοιώνονται εύκολα.
- (μεταβατικό) αφομοιώνω, σκέφτομαι κάτι για να το καταλάβω πλήρως
I need time to digest all that I’ve learned.
- Χρειάζομαι χρόνο για να αφομοιώσω όλα αυτά που έμαθα.
- ≈ συνώνυμα: assimilate