Μετάβαση στο περιεχόμενο

digest

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας digest
γ΄ ενικό ενεστώτα digests
αόριστος digested
παθητική μετοχή digested
ενεργητική μετοχή digesting

digest (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) χωνεύω, με τη λειτουργία της πέψης διαλύω τις τροφές στο στομάχι μου
    παράδειγμα  I haven’t digested lunch yet.
    Δεν έχω χωνέψει ακόμα το μεσημεριανό.
    παράδειγμα  You should allow a little time after a meal for the food to digest before swimming.
    Πρέπει να αφήνεις λίγο χρόνο μετά το φαγητό για να χωνευτεί η τροφή πριν κολυμπήσεις.
  2. (μεταβατικό, χημεία) αφομοιώνω, προσλαμβάνω και μετασχηματίζω σε δικά μου συστατικά τις θρεπτικές ουσίες που παίρνω κατά τη θρέψη
    παράδειγμα  The body digests nutrients.
    Ο οργανισμός αφομοιώνει τα θρεπτικά συστατικά.
    παράδειγμα  Some foods are easily digested.
    Μερικές τροφές αφομοιώνονται εύκολα.
  3. (μεταβατικό) αφομοιώνω, σκέφτομαι κάτι για να το καταλάβω πλήρως
    παράδειγμα  I need time to digest all that I’ve learned.
    Χρειάζομαι χρόνο για να αφομοιώσω όλα αυτά που έμαθα.
     συνώνυμα: assimilate