Μετάβαση στο περιεχόμενο

diken

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /diˈcen/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: diken

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

diken (tr)

  • (βοτανική) το αγκάθι
    παράδειγμα Gülün dikeni elime battı.
         Το αγκάθι του τριαντάφυλλου μπήκε στο χέρι μου.

Συγγενικά

[επεξεργασία]