Μετάβαση στο περιεχόμενο

diligent

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός diligent
συγκριτικός more diligent
υπερθετικός most diligent

Επίθετο

[επεξεργασία]

diligent (en) (επίσημο)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό diligent diligents
θηλυκό diligente diligentes

Επίθετο

[επεξεργασία]

diligent (fr)

  1. (παρωχημένο) επιμελής
  2. σβέλτος, ταχύς

Συγγενικά

[επεξεργασία]