dimanche

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dimanche (fr) αρσενικό

  1. η Κυριακή

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • du dimanche: λέγεται για κάποιον άπειρο, ερασιτέχνη, που ασχολείται σπάνια με κάτι
    un conducteur du dimanche: ανέμπειρος οδηγός
  • le dimanche: κυριακάτικα, την Κυριακή
    il travaille le dimanche - δουλεύει κυριακάτικα / την Κυριακή

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Οι μέρες της εβδομάδας
Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο Κυριακή
lundi mardi mercredi jeudi vendredi samedi dimanche