dimple

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dimple (en)

  1. μικρό βούλιαγμα
  2. το λακκάκι (στο πρόσωπο)