din
Εμφάνιση
Τουρκικά (tr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- din < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική دین (din) < αραβική دِين (dīn)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]din (tr)
- η θρησκεία
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]din (tr)
- β' ενικό προστακτικής του ρήματος dinmek