Μετάβαση στο περιεχόμενο

directly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός directly
συγκριτικός more directly
υπερθετικός most directly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
directly < direct + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

directly (en)

  1. κατευθείαν, κατ' ευθείαν, απευθείας, ίσια, χωρίς να σταματήσει ή να αλλάξει κατεύθυνση
    παράδειγμα  He came directly to Paris.
    Ήρθε κατευθείαν στο Παρίσι.
    παράδειγμα  The train goes there directly.
    Το τρένο πάει εκεί κατ' ευθείαν.
    παράδειγμα  He went directly to New York without going through Paris.
    Πήγε απευθείας στη Νέα Υόρκη χωρίς να περάσει από το Παρίσι.
    παράδειγμα  He came directly to my office.
    Ήρθε ίσια στο γραφείο μου.
     συνώνυμα:  direct, right και straight
  2. άμεσα, απευθείας, ευθέως, χωρίς κανέναν και τίποτα ενδιάμεσα
    παράδειγμα  Elections directly express the people’s will.
    Οι εκλογές εκφράζουν άμεσα τη λαϊκή βούληση.
    παράδειγμα  Man recognizes the environment directly with the senses and indirectly with the mind.
    Ο άνθρωπος γνωρίζει το περιβάλλον άμεσα με τις αισθήσεις και έμμεσα με το νου.
    παράδειγμα  The room directly connects to the courtyard.
    Το δωμάτιο επικοινωνεί άμεσα με την αυλή.
    παράδειγμα  The book was translated directly from Spanish.
    Το βιβλίο μεταφράστηκε απευθείας από τα ισπανικά.
    παράδειγμα  He directly intervened.
    Επενέβη ευθέως.
     συνώνυμα: direct
  3. κατευθείαν, ίσια, ακριβώς σε μια συγκεκριμένη θέση
    παράδειγμα  He was looking directly ahead.
    Κοιτούσε κατευθείαν μπροστά του.
    παράδειγμα  He was looking directly at us.
    Κοίταζε ίσια προς εμάς.
     συνώνυμα:  right και straight
  4. αμέσως
    παράδειγμα  She left directly after the show.
    Έφυγε αμέσως μετά την παράσταση.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη immediately
  5. ευθέως, ειλικρινά
    παράδειγμα  She speaks directly.
    Μιλάει ευθέως.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη honestly

Αντώνυμα

[επεξεργασία]