disapprove

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

disapprove (en)

  1. αποδοκιμάζω
  2. απορρίπτω (πχ μία πρόταση που τέθηκε σε ψηφοφορία)

Αντώνυμα[επεξεργασία]