disburse
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | disburse |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | disburses |
| αόριστος | disbursed |
| παθητική μετοχή | disbursed |
| ενεργητική μετοχή | disbursing |
Ρήμα
[επεξεργασία]disburse (en)
- εκταμιεύω
The same sources consider it impossible to disburse the money.
- Οι ίδιες πηγές θεωρούν αδύνατο να εκταμιευθούν τα χρήματα.