disconnected

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

disconnected (en)

  1. χωρίς σύνδεση, επαφή με κάτι άλλο
    he felt disconnected from his family
  2. αποσυνδεδεμένος (από κάποιο δίκτυο)
    There's no use trying to make a call on the disconnected phone.
  3. ασύνδετος, χωρίς λογική σύνδεση με κάτι άλλο
    disconnected phrases - ασύνδετες φράσεις

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

disconnected (en)