discount
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| discount | discounts |
discount (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- η έκπτωση
The dress has a twenty percent discount.
- Το φόρεμα έχει έκπτωση είκοσι τοις εκατό.
We’re giving a 10% discount for payments in cash.
- Δίνουμε έκπτωση 10% για πληρωμές τοις μετρητοίς.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | discount |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | discounts |
| αόριστος | discounted |
| παθητική μετοχή | discounted |
| ενεργητική μετοχή | discounting |
discount (en)