discount

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

discount (en)

  1. έκπτωση
  2. αποκλείω

Ρήμα[επεξεργασία]

discount (en)