disinfect
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | disinfect |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | disinfects |
| αόριστος | disinfected |
| παθητική μετοχή | disinfected |
| ενεργητική μετοχή | disinfecting |
disinfect (en)
- απολυμαίνω
Medical instruments must be disinfected before each use.
- Τα ιατρικά εργαλεία πρέπει να απολυμαίνονται πριν από κάθε χρήση.
Water is disinfected with chlorine.
- Το νερό απολυμαίνεται με χλώριο.