Μετάβαση στο περιεχόμενο

disinherit

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας disinherit
γ΄ ενικό ενεστώτα disinherits
αόριστος disinherited
παθητική μετοχή disinherited
ενεργητική μετοχή disinheriting

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
disinherit < dis- + inherit

disinherit (en)