Μετάβαση στο περιεχόμενο

disjonction

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dis.ʒɔ̃k.sjɔ̃/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
disjonction disjonctions

disjonction (fr) θηλυκό