dislodge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

dislodge (en) και dislodge someone / something

  1. εξοικίζω
  2. αφαιρώ, αποσπώ, απομακρύνω, εκτοπίζω
  3. (μεταφορικά) απελευθερώνω ανέκφραστη σκέψη (συνήθως όχι διότι την έκρυβα αλλά διότι η διατύπωσή της ήταν δύσκολη)