dismiss

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

dismiss (en)

  1. διώχνω, αποδιώχνω, αποπέμπω, αποβάλλω
  2. απολύω (εργαζόμενο ή στρατιώτη)
  3. απαλλάσσω
  4. επιτρέπω σε κάποιον να φύγει από στρατιωτική παράταξη
    the soldiers were dismissed after the parade