disoccupato

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

disoccupato < dis- + occupato

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό disoccupato disoccupati
θηλυκό disoccupata disoccupate

disoccupato (it)

  1. άνεργος
  2. κενός
συνώνυμα: : inoccupato (1,2), senza lavoro (1), vuoto (2)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
disoccupato disoccupati

disoccupato (it) αρσενικό : θηλυκό disoccupata

  1. αυτός που δεν λειτουργεί για λόγους πέρα από τον έλεγχό του
συνώνυμα: : senza lavoro, inoccupato

Αντώνυμα[επεξεργασία]