disposant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό disposant disposants
θηλυκό disposante disposantes

disposant (fr)

  1. αυτός που κάνει μια δωρεά σε κάποιον άλλο είτε κατά τη διάρκεια της ζωής του είτε με διαθήκη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]