dispossessed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επίθετο

[επεξεργασία]

dispossessed (en)

  1. ο αναξιοπαθών
  2. άτομο του οποίου έχει αφαιρεθεί η περιουσία
  3. ο ακτήμων, ο ακτήμονας