Μετάβαση στο περιεχόμενο

disruption

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
disruption < disrupt

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

disruption (en)