dissimulé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

dissimulé < dissimuler

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό dissimulé dissimulés
θηλυκό dissimulée dissimulées

dissimulé (fr)

  1. κρυμμένος
     συνώνυμα: caché
  2. αποσιωπημένος
     συνώνυμα: tu
  3. που κρύβει, υποκριτής
    une personne dissimulée - ένα υποκριτικό άτομο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]