dissiper

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

dissiper < λατινική dissipare

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /di.si.pe/
dissiper 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

dissiper (fr)

  1. σκορπίζω, διαλύω
    le vent a dissipé les derniers nuages - ο άνεμος σκόρπισε τα τελευταία σύννεφα
    συνώνυμα: disperser
  2. σπαταλώ
    il a dissipé tous ses gains - σπατάλησε όλα του τα κέρδη
    συνώνυμα: dépenser, dilapider, gaspiller, prodiguer
  3. (μεταφορικά) (λόγιο) καταστρέφω
    elle a dissipé sa santé - κατέστρεψε την υγεία της
    συνώνυμα: ruiner

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]