dissolvo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

dissolvo (la)

  1. διαλύω, διαχωρίζω, καταστρέφω
  2. πληρώνω (χρέος)
  3. ακυρώνω
  4. αρνούμαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]