Μετάβαση στο περιεχόμενο

distanciation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
distanciation distanciations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

distanciation (fr) θηλυκό