distinctive

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

distinctive (en)

  1. διακριτικός (που χρησιμεύει γαι να διακρίνουμε κάτι από κάτι άλλο)
    distinctive feature
  2. χαρακτηριστικός
    the distinctive smell of coffee