distinctive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

distinctive (en)

  1. διακριτικός (που χρησιμεύει γαι να διακρίνουμε κάτι από κάτι άλλο)
    distinctive feature
  2. χαρακτηριστικός
    the distinctive smell of coffee