Μετάβαση στο περιεχόμενο

distracting

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός distracting
συγκριτικός more distracting
υπερθετικός most distracting

distracting (en)

  • που αποσπά την προσοχή, συνήθως με ενοχλητικό τρόπο
    παράδειγμα  It’s a very distracting noise.
    Είναι ένας θόρυβος που αποσπά πολύ την προσοχή.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

distracting (en)