distracting
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | distracting |
| συγκριτικός | more distracting |
| υπερθετικός | most distracting |
distracting (en)
- που αποσπά την προσοχή, συνήθως με ενοχλητικό τρόπο
It’s a very distracting noise.
- Είναι ένας θόρυβος που αποσπά πολύ την προσοχή.
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]distracting (en)