Μετάβαση στο περιεχόμενο

distressed

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

distressed (en)

  1. ταραγμένος, στρεσαρισμένος, εκνευρισμένος, πολύ ανήσυχος
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη upset
  2. για εμπορεύματα, χαλασμένα, καταπονημένα
  3. για φθορά επίπλων στην προσπάθεια των κατόχων τους να τα παρουσιάσουν ως αντίκες

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

distressed (en)