ditch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ditch (en)

  1. χαντάκι
  2. τάφρος
  3. όρυγμα
  4. αυλάκι

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ditch (en)

  1. σκάβω, φτιάχνω αυλάκι
  2. προσθαλασσώνω αναγκαστικά* (όχι υπό φυσιολογικές συνθήκες)
  3. παρατάω, εγκαταλείπω