dittohead

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dittohead (en)

  • φανατισμένος δουλικός υποστηρικτής ιδεολογίας ηγέτη χωρίς αυτόβουλη ή διαφοροποιούμενη σκέψη