divide

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
divide divides

divide (en)

  1. ορόσημο
  2. υδροκρίτης

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας divide
γ΄ ενικό ενεστώτα divides
αόριστος divided
παθητική μετοχή divided
ενεργητική μετοχή dividing

divide (en)

  1. διαιρώ
  2. διαιρούμαι
  3. (μεταβατικό) διχάζω, φέρνω διχόνοια
    The war divided the NATI countries.
    Ο πόλεμος δίχασε τις χώρες του NATO.
  4. (αμετάβατο) διχάζομαι
    Opinions are divided on this issue.
    Οι γνώμες διχάζονται σε αυτό το θέμα.

Πηγές[επεξεργασία]