Μετάβαση στο περιεχόμενο

dno

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

dno < πρωτοσλαβική: *dъno

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dnɔ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dno (pl) ουδέτερο

  1. ο πάτος, το κάτω μέρος αντικειμένου
  2. ο βυθός, ο πυθμένας



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

dno < πρωτοσλαβική: *dъno

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dno (sk) ουδέτερο

  1. ο πάτος, το κάτω μέρος αντικειμένου
  2. ο βυθός, ο πυθμένας
  • dno - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

dno < πρωτοσλαβική: *dъno

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dno (cs) ουδέτερο

  1. ο πάτος, το κάτω μέρος αντικειμένου
  2. ο βυθός, ο πυθμένας