do góry

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

do góry (pl)

  1. προς το βουνό
  2. πάνω, προς τα επάνω
  3. ψηλά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • do góry nogami: τα πάνω κάτω, ανάποδα
  • ręce do góry!: ψηλά τα χέρια!