docker
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- docker < dock
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| docker | dockers |
docker (fr) αρσενικό
| ενικός | πληθυντικός |
| docker | dockers |
docker (fr) αρσενικό