doctor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

doctor (en)

  1. γιατρός

Ρήμα[επεξεργασία]

doctor (en)

  1. πειράζω συνειδητά κάποια δεδομένα αλλοιώνοντάς τα
  2. θεραπεύω ή απλά είμαι ο γιατρός κάποιου

Άλλες μορφές[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

doctor (ro) αρσενικό

  1. ο γιατρός

Κλίση[επεξεργασία]